TRAVEL

Στρατηγική βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης – Η ελληνική πραγματικότητα

This post was originally published on this site

Η βιωσιμότητα και η ανάπτυξη του τουριστικού κλάδου έχουν ως κοινή συνιστώσα την ήπια και υπεύθυνη διαχείριση των περιβαλλοντικών και πολιτιστικών πόρων που συνεπάγονται την ‘υπεύθυνη κατανάλωση των τουριστικών προϊόντων’. Η εφαρμογή αυτών των βιώσιμων πρακτικών στον κλάδο του τουρισμού λόγω σχεδιαστικών ασαφειών, νομοθετικών κενών και ελλείψεως συλλογικών συμπράξεων, δυσχεραίνουν την εφαρμογή της βιώσιμης επιχειρηματικότητας και αειφορικής ανάπτυξης. Σύμφωνα με έρευνα του ΙΤΕΠ (Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων – έρευνα για λογαριασμό της Google και του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος) το 79% των ιδιοκτητών ξενοδοχείου ενδιαφέρεται για την βιώσιμη πιστοποίηση, ενώ το 41% δηλώνει ικανοποιημένο με τις γνώσεις του πάνω στις βιώσιμες πρακτικές.

Το Παγκόσμιο Συμβούλιο Αειφόρου Τουρισμού (GSTC-ΠΣΑΤ) θεσπίζει τις  κατευθυντήριες αρχές για αειφόρες πολιτικές και πρακτικές ως Κριτήρια GSTC, τα οποία κατηγοριοποιούνται σε: Κριτήρια Προορισμού για την χάραξη πολιτικής και διοίκησης τουριστικών προορισμών και Κριτήρια για Ξενοδοχειακές επιχειρήσεις και Τουριστικούς πράκτορες. Η βιωσιμότητα των προορισμών απαιτεί την σύμπραξη της κρατικής πολιτικής και της επιχειρηματικότητας του ιδιωτικού τομέα, των επιχειρηματιών και φορέων με την τοπική κοινωνία, μέσα από αειφορική διαχείριση των φυσικών πόρων  ώστε, οι τουριστικοί προορισμοί να ανταποκρίνονται στις ολοένα αυξανόμενες «προσδοκίες» των τουριστών.

Σχετικά με τον προσδιορισμό του όρου ‘Βιώσιμη Tουριστική Aνάπτυξη’ η Δρ. Ευθυμία Σαραντάκου, Επίκουρη Καθηγήτρια Τμήμα Διοίκησης Τουρισμού Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής, μας ανέπτυξε αναλυτικά:

Σήμερα είναι ευρέως αποδεκτό ότι η βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη δεν ταυτίζεται  με μια «εναλλακτική» προσέγγιση αλλά με ένα στρατηγικό στόχο-ομπρέλα που διατρέχει οριζόντια όλο τον τουριστικό σχεδιασμό. Αφορά όλες τις κατηγορίες προορισμών και όλα τα  σχεδιαζόμενα πρότυπα τουριστικής ανάπτυξης. Η έννοια της βιωσιμότητας έχει πολύ ευρύ περιεχόμενο το οποίο αφορά θέματα όπως η ορθολογική χρήση των πόρων, η κινητικότητα χωρίς αποκλεισμούς, η ρύθμιση της ανάπτυξης και προστασία του περιβάλλοντος, η αντιμετώπιση του υπερτουρισμού, η ανάπτυξη «από κάτω προς τα πάνω», η κοινωνική συνοχή και η βελτίωση της ζωής των κατοίκων.  Επιπλέον η αντιμετώπιση των παγκόσμιων απειλών και η διαχείριση των επιδράσεων της κλιματικής αλλαγής είναι ζητήματα με σημαντική επίδραση στη λειτουργία του τουρισμού. Στο πλαίσιο αυτό ζητήματα όπως η αύξηση της ανθεκτικότητας και της πράσινης μετάβασης (greening), αποτελούν κυρίαρχες τάσεις στο σχεδιασμό των προορισμών, ειδικότερα των περισσότερο ευάλωτων (μικρά νησιά, ορεινοί χιονοδρομικοί, παράκτιοι προορισμοί).

Η βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη είναι μία ολιστικά σχεδιασμένη ανάπτυξη που απαιτεί συνεχή διαχείριση και προσαρμογή. Ειδικότερα υπάρχουν 4 σημεία κλειδιά:

  1. Ενσωμάτωση του τουριστικού σχεδιασμού στον γενικό σχεδιασμό για τη βιώσιμη ανάπτυξη. Την τρέχουσα περίοδο το αντικείμενο του τουριστικού σχεδιασμού δεν περιορίζεται όπως παλαιότερα σε ζητήματα τουριστικών υποδομών, επιχειρήσεων και μάρκετινγκ. Καθώς ο τουριστικός σχεδιασμός εντάσσεται στο πλαίσιο της τοπικής βιώσιμης ανάπτυξης, ενσωματώνεται σε μία πολύ ευρεία γκάμα στρατηγικών που σχετίζονται με το περιβάλλον, την καινοτομία, τον πολιτισμό και την κοινωνία. O ολοκληρωμένος σχεδιασμός ενός τουριστικού προορισμού περιλαμβάνει τον αναπτυξιακό προγραμματισμό, τη ρύθμιση χρήσεων γης και όρων προστασίας, το σχεδιασμό προϊόντων και το μάρκετινγκ, τη χωροθέτηση υποδομών, την εφαρμογή σχεδίων διαχείρισης κρίσεων,  κ.α.
  2. Ολιστικός σχεδιασμός του τουρισμού που να περιλαμβάνει ισόρροπα ρυθμιστικές πολιτικές προστασίας με προωθητικές πολιτικές του επιθυμητού τουριστικού μοντέλου, πολιτικές για τη διαχείριση της κλιματικής κρίσης και πολιτικές για ελκυστικούς προορισμούς. Η εμπειρία στην Ελλάδα μας έχει αποδείξει ότι ο αυστηρός ρυθμιστικός σχεδιασμός από μονός του όχι μόνο δεν είναι αποτελεσματικός αλλά έχει και τα αντίθετα αποτελέσματα, όταν συνοδεύεται  από έναν ισχνό ελεγκτικό μηχανισμό και εφαρμόζεται χωρίς συνέπεια με μεταγενέστερες διαδικασίες νομιμοποιήσεων που επιβραβεύουν τον αυθαιρετούχο. Π.χ. η Σαντορίνη  και η Μύκονος διαθέτουν αυστηρό ρυθμιστικό χωρικό σχεδιασμό, ο οποίος όμως για τους παραπάνω λόγους δεν είναι αποτελεσματικός.
  3. Αποτελεσματική διακυβέρνηση και συμμετοχικές διαδικασίες σε τοπικό επίπεδο. Οι Οργανισμοί Διαχείρισης Προορισμού, είναι μία δομή που την συναντάμε με διάφορες  παραλλαγές ως προς τους μεταβαλλόμενους ρόλους του κεντρικού κράτους, της τοπικής διοίκησης, των επαγγελματιών, του ακαδημαϊκού τομέα, και της κοινωνίας των πολιτών.  Για την Ελλάδα το νέο πλαίσιο λειτουργίας που σχετίζεται με  τους Οργανισμούς Διαχείρισης Προορισμών αναμένεται να συμβάλει σημαντικά προς αυτή την κατεύθυνση, εφόσον πραγματοποιηθούν τα σωστά βήματα. Η χρήση συμμετοχικών μεθόδων λήψης αποφάσεων και η υποστήριξη ενός συστήματος συντονισμού μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων μερών είναι σημαντικό κομμάτι της βιώσιμης διακυβέρνησης. Για να είναι αποτελεσματική αυτή η προσπάθεια απαιτείται ένα πλαίσιο το οποίο θα προσφέρει τη δυνατότητα συμμετοχής  σε όλες τις ομάδες συμφερόντων σε τοπικό επίπεδο προκειμένου να λάβουν τις πληροφορίες και να συμμετάσχουν στη λήψη αποφάσεων και τον καθορισμό της στρατηγικής.
  4. Οικοδόμηση ενός συστήματος παρακολούθησης, το οποίο υποστηρίζεται από αντικειμενικές, έγκριτες και διαφανείς μεθόδους και διαδικασίες συγκέντρωσης δεδομένων, και το οποίο είναι απαραίτητο για τη λήψη αποφάσεων και την εξασφάλιση συναινέσεων από τα ενδιαφερόμενα μέρη. Το Παγκόσμιο Δίκτυο των Παρατηρητηρίων Βιώσιμου Τουρισμού (International Network of Sustainable Tourism Observatories – INSTO) του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού εφαρμόζει μια προσέγγιση που ξεπερνάει τη  «στενή» πρακτική της ανάλυσης των τουριστικών επιδράσεων του τουρισμού, σε μια περισσότερο ολιστική προσέγγιση η οποία εξετάζει το τουριστικό αποτύπωμα σε συνδυασμό με την αποτελεσματικότητα της τουριστικής διαχείρισης και διακυβέρνησης σε τοπικό επίπεδο και η οποία στοχεύει σε μία συνολική μέτρηση του επιπέδου βιωσιμότητας του τουριστικού προορισμού.

Στην Ελλάδα ο νόμος για τους Οργανισμούς Διαχείρισης Προορισμών- ΟΔΠ (4875/2021 ) δίνει τη δυνατότητα σύστασης Περιφερειακών ή Τοπικών Τουριστικών Παρατηρητηρίων τα οποία ωστόσο καθιστά υποχρεωτικά μόνο για τους ΟΔΠ στις περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί ως «Πρότυποι Τουριστικοί Προορισμοί Ολοκληρωμένης Διαχείρισης».

Χωρίς την ικανοποίηση των παραπάνω 4 σημείων δεν είναι δυνατόν να έχουμε ολοκληρωμένο σχεδιασμό για βιώσιμη ανάπτυξη σε επίπεδο τουριστικών προορισμών. H κ. Σαραντάκου απαντά, επίσης, σε δύο βασικά ερωτήματα της βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα:

  • Ποιος είναι ο ρόλος των διαφόρων πιστοποιήσεων στην κατεύθυνση της βιώσιμης διαχείρισης τουριστικών επιχειρήσεων και προορισμών;

Οι πιστοποιήσεις στον τομέα του τουρισμού διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στην προώθηση της βιώσιμης διαχείρισης τόσο επιχειρήσεων όσο και προορισμών. Αρχικά, αυτού του τύπου οι πιστοποιήσεις παρέχουν ένα πλαίσιο διαχείρισης που προάγει την βιώσιμη ανάπτυξη και την εφαρμογή βιώσιμων πρακτικών σε θέματα όπως η ενέργεια, το νερό και τα απορρίμματα, η βιώσιμη κινητικότητα, η τοπική αγροδιατροφή κ.α. Η μετάβαση από μεμονωμένες πιστοποιήσεις επιχειρήσεων σε πιστοποιήσεις προορισμών αντικατοπτρίζει τη συλλογική προσπάθεια για βιώσιμο τουρισμό και τον συντονισμό επιχειρήσεων, κοινοτήτων και αρχών για τη διατήρηση του τουριστικού προορισμού, ενώ παράλληλα βοηθούν στην προώθηση του προορισμού μέσω βιώσιμου μάρκετινγκ.

  • Αναφερθήκατε πρόσφατα σε συνέδριο των Κυκλάδων πως «καλύτερα με ένα ελλιπές χωροταξικό σχέδιο παρά χωρίς καθόλου σχέδιο», εξηγήστε μας παρακαλώ

Αν κάνουμε μια αξιολόγηση του ελληνικού χώρου θα δούμε ότι, σε ένα μεγάλο ποσοστό, ο τουρισμός αναπτύχθηκε άναρχα  και στο περιθώριο του πολεοδομικού και χωροταξικού σχεδιασμού. Η απουσία ενός ολοκληρωμένου χωρικού σχεδιασμού έχει ως αποτέλεσμα η εξέλιξη της τουριστικής δραστηριότητας να διαμορφώνεται από την εφαρμογή ενός πλέγματος ασυντόνιστων και πολλές φορές αντιφατικών πολιτικών. Αυτό το δεδομένο δημιουργεί συνθήκες που λειτουργούν αρνητικά τόσο για τη βιώσιμη προοπτική όσο και για την υγιή  τουριστική επιχειρηματικότητα, όπως είναι  η έλλειψη  συγκεκριμένης στόχευσης και συντονισμού με την αναπτυξιακή πολιτική, η  ανασφάλεια δικαίου για τις επιχειρήσεις, η ελλιπής προστασία των πόρων και του τοπίου κ.α.

Το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο (ΕΧΠ)  για τον Τουρισμό εγκρίθηκε για πρώτη φορά το 2009 (ΦΕΚ 1138Β΄/2009) και στη συνέχεια το 2013  (ΦΕΚ 3155/Β´/12.12.2013) εγκρίθηκε η τροποποίησή του αλλά το ΣτΕ  ακύρωσε τα δύο ΕΧΠ τα οποία ουσιαστικά δεν εφαρμόστηκαν. Η θεσμοθέτηση του ΕΧΠ  για τον Τουρισμό ήταν η πρώτη μεταπολιτευτική προσπάθεια για την απόκτηση συγκροτημένης χωρικής πολιτικής για την τουριστική ανάπτυξη. Αποτελεί το μοναδικό κείμενο, το οποίο καθορίζει το συνολικό εθνικό χωρικό πρότυπο τουριστικής ανάπτυξης.  To σχέδιο για το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό που θα βγει σε διαβούλευση φαίνεται ότι πατάει σε πολλά πάνω στο ΕΧΠ του 2013 αλλά περιέχει για πρώτη φορά σαφείς προβλέψεις για τη διαχείριση της οικονομίας διαμοιρασμού και προβλέψεις για την προστασία της ακτογραμμής από την κλιματική αλλαγή. Καθώς τα δύο προηγούμενα ΕΧΠ(2009-2013) δεν είχαν πετύχει ευρείες συναινέσεις και αυτός είναι και ένας από τους λόγους που ακυρώθηκαν από το ΣτΕ είναι σημαντικό το ΥΠΕΝ να δώσει μεγάλη σημασία στη διαδικασία διαβούλευσης για το νέο ΕΧΠ.

Το άρθρο Στρατηγική βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης – Η ελληνική πραγματικότητα εμφανίστηκε πρώτα στο TravelDailyNews Greece & Cyprus.

Στρατηγική βιώσιμης τουριστικής ανάπτυξης – Η ελληνική πραγματικότητα

%d bloggers like this: